Επικαιροποιημένη μελέτη Γραφείου ΟΕΥ Μαδρίτης με στοιχεία του ισπανικού κλάδου ελαιολάδου, της παραγωγής, του εξωτερικού εμπορίου και του διμερούς εμπορίου Ελλάδος-Ισπανίας.
Η Ισπανία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας ελαιολάδου παγκοσμίως. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων, από κάθε 100 λίτρα ελαιολάδου που παράγονται παγκοσμίως, τα 45 προέρχονται από την Ισπανία. Η παραγωγή απασχολεί 350.000 αγρότες και δημιουργεί 15.000 θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, αλλά έχει επίσης σημαντικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (IOC), τα τελευταία χρόνια η Ισπανία παράγει το 65% της ευρωπαϊκής και το 45% της παγκόσμιας παραγωγής. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας, την καλλιεργητική περίοδο 2022/2023 η Ισπανία παρήγε 780 χιλ. τόνους ελαιολάδου (51,8% της παραγωγής της Ε.Ε. και 28,6% της παγκόσμιας παραγωγής) – 665,8 χιλ. τόνους βάσει των στοιχείων του ισπανικού Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων- έναντι 1,491 εκατ. τόνων την περίοδο 2021/2022, 1,389 εκατ. τόνων την περίοδο 2020/2021 και 1,125 εκατ. τόνων την περίοδο 2019/2020. Οι προβλέψεις για την καλλιεργητική περίοδο 2023/2024 εκτιμούν το ύψος της ισπανικής παραγωγής σε 766,4 χιλιάδες τόνους, στα ίδια περίπου επίπεδα με τη χαμηλή συγκομιδή της περιόδου 2021/2022, ωστόσο κατά 34% χαμηλότερη από το μέσο όρο των τεσσάρων τελευταίων περιόδων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για την παραγωγή από το ισπανικό Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων.
Την Ισπανία ακολουθούν σε ό,τι αφορά την παραγωγή ελαιολάδου, σύμφωνα με τα στοιχεία του IOC για την περίοδο 2022/2023, η Τουρκία (380 χιλ. τόνοι) η Ελλάδα (350 χιλ. τόνοι), η Ιταλία (235 χιλ. τόνοι), η Τυνησία (180 χιλ. τόνοι), το Μαρόκο (156 χιλ. τόνοι), η Συρία (134,5 χιλ. τόνοι) και η Πορτογαλία (125 χιλ. τόνοι). Οι προβλέψεις του IOC για την περίοδο 2023/2024 φέρνουν την ελληνική παραγωγή ελαιολάδου στην τρίτη θέση παγκοσμίως και στην δεύτερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με 350 χιλ. τόνους.
Συμπεράσματα της μελέτης - Παράγοντες που επηρεάζουν ζήτηση & προσφορά
Το ελαιόλαδο έχει την ίδια σημασία για την Ισπανία όσο και την Ελλάδα και τις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες, με την κατανάλωσή του να είναι η δεύτερη παγκοσμίως μεγαλύτερη ανά κάτοικο μετά την Ελλάδα. Η κουζίνα της χώρας και, ιδίως οι μεσογειακές Κοινότητες, συμπεριλαμβάνουν το ελαιόλαδο σχεδόν στο σύνολο των πιάτων τους. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταναλώνεται, το ελαιόλαδο χρησιμοποιείται και σε παρασκευές άλλων προϊόντων, όπως σαπούνια και άλλα καλλυντικά προϊόντα.
Για ορισμένες περιοχές, η καλλιέργεια ελαιών και η μετέπειτα επεξεργασία για την παραγωγή του ελαιόλαδου είναι ύψιστης οικονομικής σημασίας, καθώς ένα μεγάλο μέρος των πολιτών βασίζει το εισόδημά του σε αυτό το προϊόν. Η παραγωγή ξεπερνά κατά πολύ την εγχώρια κατανάλωση, με αποτέλεσμα η περίσσια ποσότητα να εξάγεται σε ολόκληρο τον κόσμο και κυρίως στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α., με την Ασία να συνιστά αναδυόμενη αγορά για το ισπανικό ελαιόλαδο.
Οι περισσότερες αγορές πραγματοποιούνται από τα νοικοκυριά για ιδία χρήση. Μεγάλη είναι επίσης η ζήτηση από τα καταστήματα εστίασης, δεδομένης, όπως αναφέρθηκε, της σπουδαιότητας του προϊόντος για την κουζίνα της χώρας. Η ζήτηση του ηλιέλαιου έχει σημειώσει μικρή αύξηση τα τελευταία έτη, καθώς αρκετοί καταναλωτές το επιλέγουν έναντι του ελαιόλαδου ιδίως για το τηγάνισμα, με το ελαιόλαδο, ωστόσο, να συνεχίζει να πρωτοστατεί με μεγάλη διαφορά, τάση η οποία δεν αναμένεται να μεταβληθεί ιδιαίτερα στο μέλλον, εξαιτίας της σημασίας του προϊόντος και των διατροφικών του χαρακτηριστικών για την ισπανική διατροφική κουλτούρα.
Γενικά, η σχέση ποιότητας - τιμής του ισπανικού ελαιολάδου είναι ιδιαίτερα υψηλή, ειδικά τα τελευταία δύο έτη, που οι τιμές είχαν μειωθεί σημαντικά, βλάπτοντας ωστόσο τους ελαιοπαραγωγούς, ενώ η παρατηρούμενη τώρα ραγδαία αύξηση των τιμών του ελαιολάδου έχει δημιουργήσει σημαντικές ανησυχίες τόσο στους παραγωγούς όσο και στο Υπουργείο Γεωργίας, όσον αφορά τα προβλήματα που ενδέχεται να δημιουργήσει στην διάθεση του προϊόντος. Η παρατηρηθείσα παρατεταμένη ξηρασία την διετία 2022-2023 που λιγόστεψε την εγχώρια παραγωγή, σε συνδυασμό με τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις που έχουν ασκήσει στις τιμές του ελαιολάδου διεθνώς ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλά και η πρόσφατη σύγκρουση στη Μ. Ανατολή έχει ωθήσει τις εγχώριες τιμές στις μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες σε πλησίον των 15 ευρώ το λίτρο, καθιστώντας το ελαιόλαδο είδος πολυτελείας και προκαλώντας έντονες συζητήσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Δεδομένου ότι η Ισπανία παραδοσιακά παράγει πάνω από το ήμισυ της ευρωπαϊκής και το 45% της παγκόσμιας παραγωγής, η χώρα διαθέτει θεσμούς αφοσιωμένους στην αγορά του ελαιόλαδου. Ειδικότερα, η Κοινότητα της Ανδαλουσίας, από την οποία προέρχεται η μεγαλύτερη παραγωγή, στεγάζει παρατηρητήριο τιμών αλλά και κέντρα Έρευνας και Ανάπτυξης. Παράλληλα, στο Πανεπιστήμιο της Jaén (Universidad de Jaén), υπάρχουν μεταπτυχιακά προγράμματα για το ελαιόλαδο, ενώ γίνονται και πολλές έρευνες στον τομέα. Επιπλέον, οι γεωργοί εφαρμόζουν ολοένα πιο ανεπτυγμένη τεχνολογία, προκειμένου να αυξήσουν την ποιότητα του τελικού προϊόντος. Ακόμη, στην πρωτεύουσα της Ισπανίας, Μαδρίτη, διατηρεί την έδρα του, από την ίδρυσή του, το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (International Olive Council), το οποίο αποτελεί τον μοναδικό παγκόσμιο διακυβερνητικό οργανισμό στον τομέα του ελαιόλαδου και των επιτραπέζιων ελαιών. Κατέχει μοναδική θέση ως φόρουμ για την έγκυρη συζήτηση επί θεμάτων που κατεξοχήν ενδιαφέρουν τη βιομηχανία ελαιόλαδου και ελιάς. Θεωρείται, επίσης, σημείο επαφής μεταξύ των κλαδικών ενώσεων, της βιομηχανίας ελαιολάδου και του ευρύτερου κοινού. Στόχος του είναι ο συντονισμός της παγκόσμιας συνεργασίας των χωρών-παραγωγών ελαιόλαδου, τόσο μεταξύ τους όσο και με τον ιδιωτικό τομέα, η προβολή και η προώθηση του ελαιόλαδου και της επιτραπέζιας ελιάς και η αύξηση των εξαγωγών αυτών. Επίσης, το Συμβούλιο συλλέγει και παρέχει σημαντικά στατιστικά στοιχεία που αφορούν τα εν λόγω προϊόντα, συντάσσει έρευνες και μελέτες ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως παρατηρητήριο του κλάδου. Αποτελείται από 19 μέλη, ένα από τα οποία είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αντιπροσωπεύει όλες τις χώρες που παράγουν ελιές και ελαιόλαδο. Τα μέλη της αντιπροσωπεύουν το 98% της παγκόσμιας παραγωγής ελαιόλαδου.
Γεγονός είναι ότι και στο ελαιόλαδο, όπως και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων, οι Ισπανοί καταναλωτές επιλέγουν κατά βάση προϊόντα εγχώριας παραγωγής. Επομένως, οι εισαγωγές της χώρας αφορούν συγκεκριμένους τύπους ελαιόλαδου, οι οποίοι διοχετεύονται κυρίως σε γαστρονομικά εστιατόρια ή πελάτες που ψάχνουν διαφορετικές ποιότητες και ποικιλίες ελαιολάδου. Στο πλαίσιο αυτό κινούνται γενικά και οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου, ενώ την τελευταία διετία παρατηρούνται σημαντικότατες ισπανικές εισαγωγές ελληνικού ελαιολάδου, κυρίως σε μορφή χύδην, με σκοπό την κάλυψη των κενών στην εγχώρια παραγωγή. Το ελληνικό ελαιόλαδο θα πρέπει ωστόσο να στοχεύει στην διείσδυση και κατάληψη τμημάτων “niche” της εγχώριας αγοράς, όπως των προϊόντων delicatessen με ιδιαίτερη έμφαση και στα βιολογικά ελαιόλαδα, καθώς και στην κάλυψη περαιτέρω κενών που ενδεχομένως παρατηρούνται στην εγχώρια προσφορά.






