Έρευνα αγοράς για το ελαιόλαδο στη Γαλλία – Προοπτικές για τις ελληνικές επιχειρήσεις

Δημοσιεύθηκε στις 19/10/2026 13:12

Σημαντικές ευκαιρίες για την ενίσχυση της παρουσίας του ελληνικού ελαιολάδου στη γαλλική αγορά, με έμφαση στην ποιότητα, την πιστοποιημένη προέλευση και την επώνυμη τυποποίηση, αναδεικνύει η έρευνα αγοράς για τον κλάδο του ελαιολάδου στη Γαλλία, την οποία εκπόνησε η κα Β. Σουλάνδρου, Γραμματέας ΟΕΥ Β΄ στο Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Παρίσι.

Η Γαλλία αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αγορά για τους Έλληνες παραγωγούς και εξαγωγείς, καθώς η εγχώρια παραγωγή καλύπτει λιγότερο από το 5% της κατανάλωσης, δημιουργώντας σημαντική εξάρτηση από τις εισαγωγές. Ωστόσο, η αγορά χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, αυξημένη ευαισθησία στις τιμές και ισχυρή παρουσία της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Τυνησίας.

Το 2025, η Ελλάδα κατέλαβε την τέταρτη θέση μεταξύ των προμηθευτών εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου της Γαλλίας, με εξαγωγές ύψους 1.351,6 τόνων και αξίας 9,79 εκατ. ευρώ. Παρά τη μικρή αύξηση της εξαγόμενης ποσότητας, το ελληνικό μερίδιο παραμένει περιορισμένο, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για πιο στοχευμένη εμπορική στρατηγική.

Βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι οι μεγαλύτερες προοπτικές για το ελληνικό ελαιόλαδο εντοπίζονται στο ποιοτικό και διαφοροποιημένο τμήμα της αγοράς, και όχι στον ανταγωνισμό με βάση τον όγκο και τη χαμηλότερη τιμή. Ειδικότερα, η μέση δηλωθείσα αξία των ελληνικών εξαγωγών εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου το 2025 ανήλθε σε 7,24 ευρώ ανά κιλό, έναντι 5,39 ευρώ ανά κιλό για το σύνολο των γαλλικών εισαγωγών της κατηγορίας, στοιχείο που υποδηλώνει ισχυρότερη τοποθέτηση των ελληνικών προϊόντων σε μεσαίες και ανώτερες κατηγορίες τιμών.

Σύμφωνα με την έρευνα, σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης παρουσιάζουν τα επώνυμα προϊόντα εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου με σαφή ελληνική προέλευση, αναγνωρίσιμη ποικιλιακή ταυτότητα και πιστοποιήσεις ΠΟΠ, ΠΓΕ ή βιολογικής παραγωγής. Το ενδεικτικό εύρος τιμών των 15–23 ευρώ ανά λίτρο αναδεικνύεται ως πεδίο ενδιαφέροντος για διαφοροποιημένα προϊόντα υψηλής ποιότητας.

Παράλληλα, για τις μικρότερες και πιο εξειδικευμένες ελληνικές επιχειρήσεις, προοπτικές προσφέρουν τα καταστήματα delicatessen, τα εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, τα καταστήματα βιολογικών προϊόντων, το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι απευθείας πωλήσεις. Η οργανωμένη λιανική παραμένει σημαντικό κανάλι διάθεσης, αλλά απαιτεί επαρκείς ποσότητες, σταθερότητα εφοδιασμού και ανταγωνιστικό κόστος.

Η έρευνα επισημαίνει, επίσης, τη σημασία της συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό και γαλλικό κανονιστικό πλαίσιο, της ορθής επισήμανσης, της ιχνηλασιμότητας και της τεκμηρίωσης των ποιοτικών χαρακτηριστικών του προϊόντος.

Συνολικά, η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στη γαλλική αγορά προϋποθέτει μια μακροπρόθεσμη και στοχευμένη στρατηγική, με έμφαση στην ποιότητα, τη διαφοροποίηση, την ανάπτυξη ισχυρών εμπορικών σημάτων και την επιλογή κατάλληλων καναλιών διανομής. Η αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του ελληνικού ελαιολάδου μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των εξαγωγών και στη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου σε μια αγορά με σημαντική ζήτηση και αξιόλογες προοπτικές.

Η πλήρης έρευνα αγοράς (επισυνάπτεται παρακάτω) παρέχει αναλυτικότερα στοιχεία για τη διάρθρωση της γαλλικής αγοράς, τις εισαγωγές, τις τιμές λιανικής και τις δυνατότητες εμπορικής ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων.